Κάθε άστεγος στην Αθήνα και μια πικρή ιστορία…

Πώς ζουν οι νέοι «Αθλιοι»

Το βασίλειό τους είναι συνήθως ένα χαρτόκουτο, ευρύχωρο όμως για να χωρέσει μια ανθρώπινη ζωή. Οι άστεγοι της σημερινής Αθήνας, όταν τους προσφέρεις κάτι -ένα τσιγάρο, μια κουβέντα- αραδιάζουν ιστορίες, ονόματα, ημερομηνίες και συμφορές με μια σειρά που δεν γίνεται πάντα κατανοητή.

«Το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκα στον δρόμο, φοβόμουνα πιο πολύ και απ’ όσο με φοβόντουσαν οι περαστικοί» λέει ο Νίκος· παρακάτω η Αλίσια από την Πολωνία διαμορφώνει τα σύνορά της με δύο καρότσια από σούπερ μάρκετ. Οταν ρωτάς τον Λουκά, που καθισμένος σε κασελάκι κρατάει τα μάτια καρφωμένα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου, τι κάνει όταν βρέχει απαντά για καληνύχτα: «Βρέχομαι».

  • Σκιές πίσω από τα λαμπερά φώτα της πόλης
  • Αστεγοι βρίσκουν καταφύγιο στην Πανεπιστημίου και τη Σταδίου και μια ανάσα ζωής από τους περαστικούς
  • Της Μαριλης Mαργωμενου, Η Καθημερινή, 31-10-10

«Το πρώτο βράδυ φοβόμουνα πολύ. Φοβόμουνα… πόσο να σου πω; Πιο πολύ κι απ’ όσο με φοβούνταν». Ο Νίκος έξι μήνες τώρα έχει για σπίτι τα πλακάκια της Κοραή. «Κάτσε στο σαλόνι», κάνει, και μου δείχνει το χαρτόνι που προεξέχει απ’ τα πόδια του. Ο Γιώργος δίπλα του με κοιτάζει στραβά. Τα χέρια του είναι πρησμένα, και στα μπράτσα έχει τρύπες. «Κάνα στριφτό έχεις τουλάχιστον;». Με το τσιγάρο, ο Γιώργος γλυκαίνει. Προλαβαίνει να μου πει για τον Πανιώνιο που έπαιζε μπάλα, για τις φυλακές της Κέρκυρας, για την αδελφή του που τον βρήκε μια νύχτα στον δρόμο κι έκλαιγε. Υστερα εμφανίζονται δύο αστυνομικοί από τη Σταδίου. Ο Νίκος και ο Γιώργος είναι τώρα δύο σκιές που σέρνονται προς την Πανεπιστημίου.

Μόνο ο Λουκάς δεν φεύγει άμα βλέπει αστυνομικούς. Θα τον έχετε δει στα φανάρια της Σταδίου. Εχει μια κουβέρτα στα γόνατα και μιλάει μόνος του. Πρώτη φορά, περνάω στις εννιά το βράδυ, και είναι εκεί. Με ένα μαύρο πανωφόρι, κι αυτή τη φυσιογνωμία που μόνο σε κάτι πίνακες του Θεοτοκόπουλου υπάρχει. Στον πραγματικό κόσμο, όχι. Ή, τουλάχιστον, στον δικό μου κόσμο, όχι. Τον ρωτάω πώς άρχισε να τριγυρνά στον δρόμο. «Δεν υπάρχει αρχή», λέει ο Λουκάς. «Είναι κύκλος. Ολο τα ίδια σκέφτομαι». Μια μάζα από αναμνήσεις γεμίζει τις μέρες του. «Η Δήμητρα με ένοιαζε. Αλλά η Δήμητρα δεν υπάρχει». Είκοσι δύο χρόνια μαζί, ύστερα ο καρκίνος, και ο Λουκάς μόνος του. «Στον γιο μου τον Βασίλη είπα “θα πάω στη Θεσσαλονίκη”».

Η κούρμπα του Ακρον Ιλιον Κρυστάλ που λουφάζει δεν είναι ούτε δύο χιλιόμετρα απ’ το σπίτι του Βασίλη. Μια γυναίκα πλησιάζει όπως καθόμαστε δίπλα, και του προτείνει ένα πεντάευρω. Ο Λουκάς δεν λέει ευχαριστώ, δεν λέει τίποτα. Η γυναίκα βγάζει κι άλλο χαρτονόμισμα, στρέφεται σε μένα. «Εγώ δεν είμαι…». Η γυναίκα ντρέπεται. «Συγγνώμη, νόμισα…». Τον Λουκά δεν τον ενδιαφέρει τίποτε απ’ όλ’ αυτά, κάνει νόημα στη γυναίκα να φύγει. «Είχα λεφτά», κάνει αδιάφορα. «Το βράδυ που έφυγα απ’ το σπίτι πήρα τριάντα χιλιάδες ευρώ, τα πήγα στον αδελφό μου, του τα έδωσα, και του είπα “καλή υπόλοιπη ζωή”». Ο Λουκάς κάνει παύση, νομίζω πως κάτι περιμένει να πω, αλλά όχι. «Ετσι, έτσι ακριβώς με κοίταζε και ο αδελφός μου ο Νίκος», λέει. «Οπως με κοιτάς κι εσύ τώρα. Σαν χαζός». «Τον βλέπετε ποτέ τον αδελφό σας;» ρωτάω. Αλλά ο Λουκάς κοιτάζει το πλακόστρωτο. «Μπορεί και να ήταν διαίσθηση», λέει. «Αλλιώς, γιατί να μ’ ακολούθησε;». Δεν έχει νόημα να του απαντήσω, στον εαυτό του μιλάει. «Ημουνα στον τάφο της όπως όλα τα απογεύματα. Αλλά το είχα πάρει απόφαση. Μόνο που ένα χέρι μού άρπαξε το πιστόλι. Ο καημένος ο Βασίλης μου. “Εκείνη αυτό ήθελε για σένα;”. Ετσι μου είπε, άκου να δεις. Τον Βασίλη μου δεν τον νοιάζει τι ήθελα εγώ για μένα». Κι ύστερα, ο Λουκάς δεν μιλάει άλλο.

Η ώρα έχει πάει έντεκα. Στον σταθμό Λαρίσης, μια γυναίκα απ’ την Πολωνία κάνει νόημα να πλησιάσω. Το βασίλειο της Αλίσια απ’ την Πολωνία, στο κάγκελο του πεζοδρομίου. Δύο καρότσια για τοίχος, μια κουβέρτα για πάτωμα. «Πόλσκα!», φωνάζει. «Νιετ ρούμπλια!». Με τα δάχτυλα μου δείχνει τα χρόνια της. Μετράω έξι δάχτυλα. Εξήντα χρόνων. Δείχνει πάνω από ογδόντα. Κάνω να φύγω, ούτως ή άλλως δεν έχω τρόπο να μιλήσω μαζί της. «Εεε! Γκρέτσκι!», με φωνάζει πίσω. Κάνει τα δάχτυλά της σαν βροχή πάνω απ’ το κεφάλι. Και μετά στριφογυρνά το χέρι της, σαν να με ρωτάει. Πάντα υπάρχει τρόπος να μιλήσεις. «Ναι», της γνέφω. «Θα βρέξει απόψε». «Ωωω!». Η γυναίκα πιάνει με τα χέρια το μέτωπό της. Σαν κακό αστείο, η πρώτη στάλα της βροχής σκάει στο πεζοδρόμιο. Η Αλίσια βάζει μια πλαστική σακούλα στο κεφάλι της. Το ταβάνι του σπιτιού.

Μία τη νύχτα, στον δρόμο για το σπίτι. Ενα βρώμικο ποτάμι τρέχει στο ρείθρο της Σταδίου. Ο Λουκάς στα φανάρια. Δεν τον νοιάζει που τα πόδια του είναι στο νερό. Κάθεται στο κασελάκι του. Εχει τα μάτια καρφωμένα κάτω, σαν να παίζεται η ζωή του στο πεζοδρόμιο, κι εκείνος να φοβάται μην τη χάσει. «Βρέχει!» του φωνάζω. «Τι κάνετε άμα βρέχει;». «Βρέχομαι!». Ο Λουκάς γελάει. «Πέρασε και μια κοπέλα πριν και μου είπε “Χρόνια πολλά”», λέει χωρίς να τον νοιάζει που τρέχει το νερό στα γένια του. «Τη ρώτησα “γιατί;” και απάντησε “είναι του Αγίου Λουκά σήμερα! Να τα εκατοστίσετε”».

  • Ονειρα που ξέμειναν στον σταθμό Λαρίσης

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, απέναντι απ’ τον σταθμό Λαρίσης. Το φως έχει πέσει, τα παιδιά με τις μπάλες έχουν φύγει απ’ τα γήπεδα του μπάσκετ. Τώρα το τσιμέντο είναι γεμάτο στρώματα. Αφγανοί πιτσιρικάδες ξαπλωμένοι, παντού, κάνουν πλάκα με την κάμερα. «Television or newspaper?», ακούω πίσω μου. Ενα αγόρι είκοσι χρόνων. Ο Μοχάμεντ. Μιλάει αγγλικά, πιο καλά από μένα. Μες στο μισοσκόταδο το πρόσωπό του φωτίζεται όταν του το λέω. «Το όνειρό μου ήταν να χτίζω σπίτια και να μάθω αγγλικά», κάνει. «Το ένα, το κατάφερα. Το δεύτερο…». Ο Μοχάμεντ μου δείχνει το κασόνι που σέρνει πίσω του. «Σαν το σαλιγκάρι», λέει.

Είκοσι μέρες στην Ελλάδα, ο Μοχάμεντ είδε μόνο τα γήπεδα του μπάσκετ στον σταθμό Λαρίσης. Από Ελληνες, γνώρισε μόνο έναν γιατρό που με 40 πυρετό ούτε ασπιρίνη δεν του έδωσε. Ο Μοχάμεντ σηκώνει τους ώμους. «Υπάρχουν και χειρότερα», λέει. Μου δείχνει τον Μουσταφά.

Σαράντα χρόνων, μ’ ένα σακάκι δύο νούμερα μικρό. Δίπλα του όρθια τέσσερα αγόρια και μια γυναίκα που βήχει ασταμάτητα. «Tonight back to Iraq», λέει ο Μουσταφά. Υστερα από δύο εβδομάδες στα χαρτόκουτα του γηπέδου, τα παιδιά του δεν αντέχουν άλλο. Περιμένουν το τρένο τα μεσάνυχτα, για να τους πάει στα σύνορα. Πώς θα περάσουν απ’ την Ορεστιάδα; «Ten hours», λέει με τα σπαστά του αγγλικά ο Μουσταφά. «Καλή τύχη». Αυτό ο Μουσταφά το καταλαβαίνει. Του το έχουν πει πολλοί άνθρωποι απόψε.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s